#review | The Temple of Elemental Evil
Το The Temple of Elemental Evil το είχα στο μυαλό μου ως ένα σχετικά μικρό σε διάρκεια παιχνίδι. Όταν διαπίστωσα πως ο μέσος χρόνος ολοκλήρωσής του ξεπερνά τις 50 ώρες, αποφάσισα να του δώσω ακόμα μία ευκαιρία, 22 χρόνια μετά την πρώτη μου επαφή μαζί του.
Η έκδοση που έπαιξα δεν ήταν η αρχική αλλά η «ανανεωμένη» που κυκλοφόρησε στα τέλη του 2025 στο Steam, με τους δημιουργούς της να κάνουν λόγο για «πάνω από 1000 διορθώσεις και βελτιώσεις» — κυρίως όμως fan-made. Μην περιμένετε, όμως, κάτι σε remaster. Στην πράξη πρόκειται για μία — ας πούμε — γυαλισμένη έκδοση του αρχικού παιχνιδιού – και λέω «ας πούμε», διότι κατά το playthrough μου, βρέθηκα αντιμέτωπος με ουκ ολίγα bugs, παθογένειες και αβλεψίες που θα περίμενα να έχουν μείνει στο παρελθόν.
Υπό κανονικές συνθήκες θα είχα ήδη ξεκινήσει να μιλάω για το στόρι, την ανάπτυξη των χαρακτήρων και τους κανόνες της έκδοσης 3.5 του Dungeons & Dragons που υιοθετεί το παιχνίδι. Δυστυχώς όμως, βασικές λειτουργίες όπως το pathfinding, ο χειρισμός του χάρτη, η διαχείριση του inventory και η αγοραπωλησία αντικειμένων αποδείχθηκαν τόσο εκνευριστικές (ενώ κάλλιστα θα μπορούσαν να έχουν βελτιωθεί) που δεν με άφησαν να χαρώ το παιχνίδι όπως θα ήθελα.

Κι αυτό είναι το μεγάλο κρίμα. Γιατί είναι ξεκάθαρο πως η Troika Games δεν έκανε αγγαρεία. Τουναντίον, μετέφερε την περιπέτεια του Gary Gygax με σεβασμό, προσαρμόζοντάς την στις ανάγκες της έκδοσης 3.5 των κανόνων του D&D. Η δημιουργία χαρακτήρων, το levelling, η διαχείριση εξοπλισμού — όλα λειτουργούν όπως θα έπρεπε. Η δυναμική αυτή, ωστόσο, δεν αξιοποιείται πλήρως. Το «ταβάνι» στο 10ο level κάνει το παιχνίδι να κόβεται απότομα, ακριβώς τη στιγμή που αρχίζει να αποκτά ενδιαφέρον.
Παρά τον μανδύα του role-playing game, το The Temple of Elemental Evil δεν προσπαθεί να γίνει κάτι περισσότερο από αυτό που είναι: ένα dungeon crawler. Το lore είναι σχεδόν ωσεί παρόν (κρίμα διότι ο κόσμος του Greyhawk έχει σπουδαίο βάθος), οι επιλογές στους διαλόγους είναι ελάχιστες, η χρήση των διαφόρων κοινωνικών skills σπάνια και τα quests ρηχά. Το δε log δεν βοηθά στο ελάχιστο, οπότε κάπως έτσι κατέληξα να καθαρίζω έναν-έναν τους ελάχιστους χάρτες του παιχνιδιού, περνώντας στον επόμενο.
Αυτό που μου έμεινε τελικά ήταν οι μάχες. Εκεί είναι το «ζουμί» του τίτλου. Turn-based, απαιτητικές αλλά όχι αμείλικτες, θα σας «αναγκάσουν» να διαβάσετε σωστά τον χώρο, να τοποθετήσετε έξυπνα τους χαρακτήρες σας και να κάνετε σωστή χρήση buffs, abilities και skills ώστε να επικρατήσετε. Με την κατάλληλη προσέγγιση, πάντως, δεν είχα πρόβλημα να ξεπαστρέψω ακόμα και τους δυο-τρεις πιο ισχυρούς αντιπάλους που βρήκα στο παιχνίδι (με τακτικά saves).

Σε αυτό το playthrough μου αντιλήφθηκα νωρίς τη σημασία του crafting, επιλέγοντας τα σχετικά feats (με το απαραίτητο κόψε-ράψε στην κονσόλα διότι στο 10ο level, το crafting πρακτικά «κλειδώνει»). Ήταν η πιο ουσιαστική απόφαση που πήρα, αφού μόνο έτσι μπόρεσα να εξοπλίσω την ομάδα μου με μαγικά αντικείμενα, όπλα και πανοπλίες. Σας το προτείνω.
Τελικά, το Temple of Elemental Evil δεν ήταν μικρό ως προς τη διάρκειά του. Χρειάστηκα 47 ώρες για να το ολοκληρώσω αλλά ακόμα κι έτσι, μου άφησε την αίσθηση ενός ανολοκλήρωτου παιχνιδιού. Η «ανανεωμένη» έκδοσή του παρουσιάζεται κατώτερη των προσδοκιών — αν και τουλάχιστον δεν χρειάστηκαν οι «αλχημείες» που είχα κάνει στην έκδοση του GOG.com. Αν νοσταλγείτε την εποχή της έκδοσης 3.5 του Dungeons & Dragons και αναζητάτε ένα καθαρόαιμο dungeon crawler για να βγάλετε τα απωθημένα σας, οπλιστείτε με υπομονή και εξετάστε το.
Μου θύμισε: Neverwinter Nights
Κυκλοφορία έκδοσης: Δεκέμβριος 2025
Πλατφόρμες: PC


