Το Might & Magic VII: For Blood and Honor είναι ένα από τα σημαντικότερα παιχνίδια που έχω παίξει στη ζωή μου. Χάρη σ’ αυτό, βλέπετε, γνώρισα τόσο τη σειρά της New World Computing όσο και τον μαγικό κόσμο των RPG. Πρόκειται για έναν τίτλο που έχω τερματίσει ενδεχομένως και διψήφιο αριθμό φορών. Σε αντίθεση με αυτόν, όμως, ποτέ δεν κατάφερα, όσο κι αν προσπάθησα, να κάνω το ίδιο με τον προκάτοχό του, το Might & Magic VI: The Mandate of Heaven. Ε, πριν από τρεις μήνες, αποφάσισα πως είχε έρθει η ώρα να του δώσω ακόμα μία ευκαιρία.
Το συγκεκριμένο playthrough ήταν η πρώτη φορά που ασχολήθηκα λίγο περισσότερο με το σενάριο ενός Might & Magic και οφείλω να ομολογήσω πως εξεπλάγην. Και τι δεν έχει: εισβολή εξωγήινων δαιμόνων, έναν αγνοούμενο βασιλιά, προδοσία… Αυτή που με κέρδισε, βέβαια, ήταν η δράση. Από την πρώτη στιγμή ανοίχτηκε μπροστά μου ένας πελώριος κόσμος έτοιμος για εξερεύνηση. Και σε αντίθεση με τα σημερινά ήθη και έθιμα, το παιχνίδι δεν συγχωρεί: με την ίδια άνεση που θα συναντήσετε ποντίκια, μπορεί να βρεθείτε μπροστά σε τιτάνες που θα σας εξολοθρεύσουν με μία κίνηση. Μια λάθος στροφή αρκεί…

Η ομάδα σας αποτελείται από τέσσερις χαρακτήρες. Στην αρχή επιλέγετε κλάση, κατανέμετε ability points, διαλέγετε δυο skills και διαμορφώνετε την εμφάνισή τους. Καθώς κερδίζετε XP, ανεβαίνετε levels και αποκτάτε skill points τα οποία επενδύετε στα skills της επιλογής σας. Κατά τη διάρκεια του παιχνιδιού, οι κλάσεις δεν παραμένουν στάσιμες, αλλά εξελίσσονται: με τα κατάλληλα quests, για παράδειγμα, ο knight μπορεί να γίνει cavalier και στη συνέχεια champion. Τα skills, από την άλλη, αναβαθμίζονται σε expert και κατόπιν σε master προσφέροντας μεγαλύτερη αποτελεσματικότητα. Γενικότερα, η πρόοδος στο παιχνίδι δεν σταματά ποτέ. Το τερμάτισα έχοντας φτάσει στο level 75 και πάλι κυνηγούσα σαν τρελός τα skill points.
Η δράση εξελίσσεται σε πραγματικό χρόνο, ωστόσο στις μάχες με το πάτημα του Enter ενεργοποιείται το turn-based mode. Προσωπικά, το θεωρώ μονόδρομο αν θέλετε να επιβιώσετε, καθώς σε διαφορετική περίπτωση τα πράγματα γίνονται εξαιρετικά δύσκολα. Η ποικιλία των αντιπάλων είναι μεγάλη, με κάθε τύπο να εμφανίζεται σε τρεις εκδοχές (π.χ. minotaur, minotaur mage, minotaur king), καθεμία με περισσότερα hit points και ισχυρότερες επιθέσεις. Σε πολλές περιπτώσεις, μάλιστα, το αριθμητικό τους πλεονέκτημα είναι τέτοιο που θα χρειαστεί να καταφύγετε σε ανορθόδοξες μεθόδους για να επιβιώσετε. Εγώ εκμεταλλεύτηκα εμπόδια, γωνίες, πόρτες και bugs, ενώ «γονάτισα» το save/load προκειμένου να τα καταφέρω — και δεν ντρέπομαι καθόλου που το λέω.

Ειδική μνεία αξίζει ο κόσμος του Might & Magic VI: The Mandate of Heaven. Πρόκειται, άλλωστε, για το εντυπωσιακότερο στοιχείο του παιχνιδιού. Πόλεις, χωριά, παλάτια, ναοί, μαγαζιά, NPC, guilds, δεκάδες dungeons, κρυμμένοι θησαυροί και ό,τι άλλο χωρά ο νους σας βρίσκονται διάσπαρτα σε 15 διαφορετικούς χάρτες. Θα επισκεφθείτε ερήμους και δάση, συμπλέγματα νησιών και οροπέδια, με κάθε περιοχή να έχει τις δικές της προκλήσεις — και κάμποσους αντιπάλους. Η φυσική ποικιλομορφία του Enroth είναι εντυπωσιακή (ειδικά αν λάβουμε υπ’ όψιν πως το παιχνίδι κυκλοφόρησε το 1998) και αποτελεί έναν από τους βασικούς λόγους που απόλαυσα τόσο την εξερεύνησή του.
Όσο κι αν απόλαυσα την — επιτέλους, μέχρι τέλους — εμπειρία μου, το Might & Magic VI: The Mandate of Heaven με κούρασε. Ειδικά προς το φινάλε, ένιωθα πως είχα φτάσει στα όριά μου. Άλλες εποχές… Όπως και να ‘χει, πρόκειται για έναν τίτλο που σε καμία περίπτωση δεν απευθύνεται σε όλους — σίγουρα όχι σε όσους δεν έχουν ισχυρούς δεσμούς με τη σειρά. Αν όμως νιώθετε έστω και λίγη νοσταλγία για τη Free Haven, το New Sorpigal και το Silver Cove, ξέρετε τι πρέπει να κάνετε.
Μου θύμισε: Might & Magic VII: For Blood & Honor
Κυκλοφορία έκδοσης: Απρίλιος 1998
Πλατφόρμες: PC


